Οι διαγνώσεις δυσκολιών στα παιδιά: πώς να υποστηρίζεται ολόπλευρα η οικογένεια

Οι διαγνώσεις/αξιολογήσεις των παιδιών για αναπτυξιακές διαταραχές και μαθησιακές δυσκολίες απασχολούν όλο και περισσότερο τις οικογένειες στη σύγχρονη Ελλάδα.  

Με αρκετά ερωτήματα να εγείρονται λόγω του πλήθους αυτών των διαγνώσεων, στο άρθρο αυτό ας επιχειρήσουμε να δούμε τι σηματοδοτεί η διάγνωση/αξιολόγηση για την οικογένεια.

Οι «μαθησιακές δυσκολίες» είναι μία κατηγορία διαγνώσεων την οποία συναντάμε πολύ συχνά. Ένα ερώτημα που απασχολεί θεραπευτές, δασκάλους, γονείς είναι το γιατί τόσες διαγνώσεις; Επίσης, τι σημαίνει π.χ. για ένα νηπιάκι η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ);

Ας αναρωτηθούμε σχετικά:

  • Οι απαιτήσεις/υποχρεώσεις τη σχολικής ζωής σε ποια ηλικία ξεκινάνε; Μήπως είναι πρώιμα; Είναι έτοιμο το παιδί π.χ. στο α’ τρίμηνο της Β’ δημοτικού να έχει μάθει την προπαίδεια; Στο νηπιαγωγείο αγγλικά; Ο παιδικός εγκέφαλος αναγκάζεται να κάνει πολύ βαθιά βουτιά πολύ νωρίς – και, ενώ ο εγκέφαλος είναι ένα εκπληκτικό «πολυεργαλείο» με άπειρες δυνατότητες, απαιτεί σεβασμό στους ρυθμούς του και κατάλληλους τρόπους, διαφορετικά κάπου «μπλοκάρει».
  • Ποιος είναι ο τρόπος ζωής των οικογενειών στις σύγχρονες (δυτικές) κοινωνίες; Μπορούν τα παιδιά στη νηπιακή και σχολική ηλικία να κινούνται και να παίζουν ελεύθερα; Ή μήπως συμπιέζονται αρκετά στο πλαίσιο ζωής που αναγκαστικά έχει μία σύγχρονη οικογένεια (μειωμένος ελεύθερος χρόνος, περιορισμένος φυσικός χώρος) ; Μήπως έτσι η φυσική τους τάση για κίνηση και ενεργητική σωματική δραστηριότητα περιορίζεται και τότε ψάχνει αγωνιωδώς τρόπους να εκδηλωθεί;

Αν αναλογιστούμε κάποια τέτοια ερωτήματα, βλέπουμε ότι η πραγματικότητα σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ πλούσια και ότι κάποιες φορές οι  διαγνωστικές κατηγορίες των μαθησιακών δυσκολιών και της ΔΕΠΥ σε κάποιες περιπτώσεις επικαλύπτονται με αυτά τα δεδομένα και ίσως ιατρικοποιούν αυτήν την πιο πλούσια πραγματικότητα [1].

Άρα τι; Να μην υποστηρίξουμε το παιδί; Τουναντίον, αυτές είναι παράμετροι που συνυπολογίζουμε στη θεραπεία, στοχεύοντας όχι απλά στην «επιδιόρθωση» της συμπεριφοράς που φαίνεται δυσλειτουργική (π.χ. ΔΕΠΥ), μα στην κατανόησή της, στην επεξεργασία του συναισθήματος του παιδιού και στο να το βοηθήσουμε να ανοιχτεί σε άλλες επιλογές πιο βοηθητικές για το ίδιο.

Πώς βιώνει η οικογένεια τη «διάγνωση»;

Ας δούμε τώρα τι σηματοδοτεί μία «διάγνωση» για το παιδί και την οικογένεια.

Πρώτα, για το παιδί έχουν προϋπάρξει της διάγνωσης δυσχέρειες που μπορεί να το έχουν εμποδίσει πρακτικά και πονέσει ψυχικά. Έπειτα, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα το πώς έχει βιώσει την ίδια τη διαδικασία των αξιολογήσεων: ακόμα σε ένα ανθρώπινο πλαίσιο/δομή, μπορεί να είναι αγχογόνα και πιεστική διαδικασία. Στη συνέχεια, εφόσον το παιδί μπει σε διαδικασία θεραπειών, αυτό του δημιουργεί απορίες (π.χ. «γιατί εγώ κάνω θεραπεία και οι συμμαθητές μου όχι;») και απαιτεί από αυτό να δώσει χρόνο και να καταβάλει προσπάθεια – συχνά μεγάλη και κοπιαστική.

Οι γονείς; Παρατηρώντας αρχικά την όποια δυσχέρεια του παιδιού, κατακλύζονται από ανησυχία, ίσως και φόβο, συχνά πλάθουν πολλά σενάρια, ιδιαίτερα δυσμενή. Αναρωτιούνται για το ποια είναι η κατάλληλη διαδικασία, ποιος είναι κατάλληλος για να τους βοηθήσει. Ξεκινώντας τη διερεύνηση, μπαίνουν σε μία σειρά διαδικασιών ανοίκειων – που μπορεί κάποιες φορές και σε κάποιες δομές να μην είναι user’s friendly. Αναμετριούνται με ερωτήματα όπως: πώς να επιλέξουμε το κατάλληλο θεραπευτικό πλαίσιο; Με τι κριτήρια; Ποιον να εμπιστευτούμε; Το κόστος των θεραπειών είναι σημαντικό. Απαιτείται και από τους ίδιους να δίνουν χρόνο, να συνδυάζουν τη μετακίνηση στο θεραπευτικό χώρο με την εργασία τους κ.ο.κ.

Σε ψυχικό επίπεδο, επίσης, επεξεργάζονται ζητήματα πολλά και δύσκολα. Όλοι οι γονείς, από την πρώτη στιγμή που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί κιόλας, κάπως το φαντάζονται – τι σημαίνει μία «διάγνωση» σε σχέση με τον τρόπο που είχαν φανταστεί το παιδί τους; Πώς το παιδί βιώνει τη συνθήκη; Μήπως ταλαιπωρείται; Μήπως αυτοί έφταιξαν σε κάτι; Αν υπάρχουν άλλα παιδιά, πώς το ζουν αυτά; Μήπως τα παραμερίζουν; Ερωτήματα τα οποία είναι σύμφυτα με τη γονεϊκότητα και που αξίζει να βρίσκουν το χώρο να μιλιούνται: ανάμεσα στο ζευγάρι, με άλλα πρόσωπα εμπιστοσύνης, σε διαδικασίες Συμβουλευτικής γονέων, εφόσον τις επιλέγει κάποιος/α.

Θεραπευτικές κατευθύνσεις

Σε θεραπευτικό επίπεδο, συχνότερο μοντέλο σε περιπτώσεις μαθησιακών δυσκολιών ή ΔΕΠ-Υ είναι η διεπιστημονική προσέγγιση. Η ενδυνάμωση και η κινητοποίηση, η ενίσχυση της θετικής προοπτικής και των υπαρκτών δυνατοτήτων των παιδιών, αποτελεί κοινό τόπο για τους θεραπευτές – ακριβώς γιατί συχνά πλευρές/φάσεις των θεραπειών μπορεί να γίνονται αρκετά απαιτητικές, να επισύρουν καταβολή μεγάλου κόπου και να ενυπάρχει το ρίσκο της απογοήτευσης και της απόσυρσης του παιδιού.

Ταυτόχρονα, αντιλαμβανόμαστε ότι για το παιδί όλη αυτή η διαδικασία στην οποία έχει μπει, σηματοδοτεί έντονες ψυχικές διεργασίες: παράπονο, θλίψη ή/και θυμό, απογοήτευση, πληγή από πιθανό στιγματισμό και θέματα που ανακύπτουν στην επαφή με συνομηλίκους. Αυτά συνθέτουν ένα ψυχικό περιβάλλον που υπερβαίνει το πλαίσιο της εκάστοτε «διάγνωσης».

Έτσι, είναι ένα κεντρικό ζητούμενο να πλαισιωθεί το κάθε παιδί κατάλληλα ώστε αρχικά να νιώσει ότι μπορεί να εκφράσει, να κατανοήσει και άρα να αντέξει τα δυσφορικά συναισθήματα που βιώνει. Άλλωστε, είναι από τους πλέον σημαντικούς στόχους του τι μπορούμε να κάνουμε οι ενήλικες για τα παιδιά: η βοήθεια στη ρύθμιση των συναισθημάτων τους (π.χ. με το καθρέφτισμα, ονοματίζοντας για τα παιδιά αυτά που τους είναι πολύ χαωτικά και αγχογόνα, δίνοντας χώρο και επιτρέποντας να βιώσουν μία πλούσια γκάμα συναισθημάτων).

Συνάμα, είναι σημαντικό να συμβάλλουμε στην ενδυνάμωση των παιδιών. Έτσι, μαζί με το να δίνουμε χώρο στα δυσφορικά συναισθήματα, είναι σημαντικό να ακούμε και να ενισχύουμε τις πλευρές των δυνατοτήτων, των ταλέντων, της συναισθηματικής ασφάλειας. Αυτές οι πλευρές υπάρχουν στον ψυχισμό του παιδιού και εμείς μπορούμε να τις υπογραμμίζουμε και έτσι να αποτελούμε «φωνές» ενδυναμωτικές, καθώς και με το να βοηθάμε το παιδί να τις κατανοήσει, να δει τι το βοηθάει να τις φέρνει στο προσκήνιο, πώς μπορεί να τις εμπλουτίσει και να τις αναδείξει με τον καταλληλότερο για εκείνο τρόπο.

Οι γονείς καλούνται να συμμετάσχουν στην όλη θεραπευτική διαδρομή του παιδιού. Συχνά πρέπει να κάνουν ασκήσεις, π.χ. λογοθεραπείας, στο σπίτι με τα παιδιά.

Παράλληλα, είναι ιδιαίτερα βοηθητικό για όλο το οικογενειακό σύστημα -άρα και για το παιδί που ακολουθεί θεραπευτικές διαδικασίες- να υποστηρίζονται και οι ίδιοι στο ρόλο τους. Τα συναισθήματα των γονέων, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια (με παιδιά, παππούδες, ανάμεσα στο ζευγάρι) αποτελούν σημεία του πλέγματος της οικογενειακής ζωής και για αυτό αξίζει να τα επεξεργαζόμαστε. Στη γονεϊκότητα έρχονται να ανακινηθούν βιώματα, συναισθήματα, ανάγκες από όταν οι γονείς υπήρξαν παιδιά, αναδύονται ανησυχίες πρωτόγνωρες, η σχέση του ζευγαριού επηρεάζεται. Είναι κομμάτια που επιδρούν στην οικογενειακή ζωή.

Στόχος είναι μέσα από την επεξεργασία αυτών των κομματιών, οι γονείς να υποστηρίζονται στις αποφάσεις τους, στις κρίσεις, στην προαγωγή των ικανοποιητικών πλευρών της οικογενειακής ζωής. Στόχος, ταυτόχρονα, είναι και η δική τους ανακούφιση εν τω μέσω καταστάσεων που προκαλούν πόνο, ανησυχία και είναι ιδιαίτερα απαιτητικές.

Βάλια Μαστοροδήμου
Ψυχολόγος MSc – Ψυχοθεραπεύτρια
[email protected]
https://www.facebook.com/ValiaEnDynamei

[1] Ένα κατατοπιστικό άρθρο για το ζήτημα της πληθώρας των διαγνώσεων/αξιολογήσεων στα παιδιά: https://www.efsyn.gr/ellada/ygeia/147243_biomihania-diagnoseon-paidion-me-mathisiakes-dyskolies